«Ὅσοι ἀπομείναμε πιστοὶ στὴν παράδοση, ὅσοι δὲν ἀρνηθήκαμε τὸ γάλα ποὺ βυζάξαμε, ἀγωνιζόμαστε, ἄλλος ἐδῶ, ἄλλος ἐκεῖ, καταπάνω στὴν ψευτιά. Καταπάνω σ᾿ αὐτοὺς ποὺ θέλουνε την Ἑλλάδα ἕνα κουφάρι χωρὶς ψυχή, ἕνα λουλούδι χωρὶς μυρουδιά.» Φώτης Κόντογλου - Παράδοση

Τρίτη, 23 Μαρτίου 2010

Η γερμανική ύβρις. Χρήστου Σαρτζετάκη. (Πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας).

Toυ XΡΗΣΤΟΥ Α. ΣΑΡΤΖΕΤΑΚΗ 
Πρῴην Προέδρου τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας


Ἡ ἐξήγησις τοῦ παραλόγου αὐτοῦ φαινομένου τῶν ἀσυστάτων ὕβρεων εἶναι ὁρατή.
Οἱ Γερμανοὶ ὑβρίζουν τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διότι δὲν ξεχνοῦν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐματαίωσε τὰ ὑπερφίαλα τῆς κοσμοκυριαρχίας ἰμπεριαλιστικά των σχέδια.

Ἡ συντελουμένη κατὰ τὶς ἡμέρες μας σὲ πολλὲς χῶρες ἀπαξίωσις τῆς Πατρίδος μας μὲ ἀφορμὴ τὴν σοβαρὴ δημοσιονομικὴ κρίσι ποὺ διατρέχουμε, ἔλαβε σποραδικῶς διαστάσεις νοσηρῶν ἀκατονομάστων ὕβρεων. Οἱ ὕβρεις εἰδικώτερα τοῦ περιοδικοῦ «Focus» χρειάζονται βεβαίως πρωτίστως ψυχιατρικὴ ἐξήγησι, ἐξ αἰτίας τοῦ παραλογισμοῦ ποὺ τὶς διατρέχει. Ἀπὸ πολλὲς πλευρές ἐπισήμων ἀλλὰ καὶ ἄλλων σημαντικῶν προσώπων τῆς δημοσίας μας ζωῆς ἐδόθησαν ἀπαντήσεις στὶς ὕβρεις, μὲ ἀναφορὲς ἀκόμη καὶ στὴν κατὰ τὴν κατοχὴ τῆς χώρας μας συμπεριφορὰ τῶν Γερμανῶν, μὲ τὴν λεηλασία τοῦ θησαυροφυλακείου τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, τὴν ἀπομύζησι τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομίας, ὡς καὶ τὶς ἀκόμη ἀνεξόφλητες πολεμικὲς ἐπανορθώσεις, καὶ βεβαίως τὶς τεράστιες ὑλικὲς καταστροφὲς καὶ τὶς δολοφονίες δεκάδων χιλιάδων Ἑλλήνων πολιτῶν.

Εἰς τὰ ὅσα σωστὰ ἐλέχθησαν, ἀνάγκη νὰ προστεθῇ μιὰ περισσότερον οὐσιαστική, ἐνδελεχὴς ἀνασκευὴ καὶ βεβαίως ἐξήγησι τῶν γερμανικῶν ἀνοησιῶν, μὲ τὴν ἐπιβαλλομένη πάντοτε
σοβαρότητα τοῦ θέματος ἐξ αἰτίας τῶν σημερινῶν ὁμαλῶν διακρατικῶν μας σχέσεων μὲ τὴν Ὁμοσπονδιακὴ Δημοκρατία τῆς Γερμανίας, ἡ ὁποία μάλιστα ἀποτελεῖ ἕναν ἀπὸ τοὺς πρωτεύοντες ἑταίρους μας στὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωσι καὶ τὴν Εὐρωζώνη. Ἡ ἀνασκευὴ δὲ αὐτὴ ἀναγκαίως θὰ περιλάβῃ καὶ ὡρισμένα ἀναμφισβήτητα στοιχεῖα τοῦ ἱστορικοῦ παρελθόντος, διότι μόνον μὲ αὐτὰ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξηγηθοῦν στὴν ἐντέλεια οἱ ψυχικοὶ συντελεσταὶ τῆς ἐναντίον τῆς Πατρίδος μας καταφορᾶς καὶ νὰ ἀποστομωθοῦν ἀποτελεσματικὰ οἱ γερμανικὲς ὕβρεις. Ἄλλωστε, ὅπως στὸ φυτικὸ βασίλειο οἱ ρίζες καθορίζουν τὴν βιωσιμό­τητα, εὐρωστία καὶ ποιότητα φυτῶν καὶ δένδρων, ἢ στὸ ζωϊκὸ βασίλειο οἱ πρόγονοι προοιωνίζονται τὴν ποιό­τητα καὶ ἐξέλιξι τοῦ εἴδους, ἔτσι καὶ στὶς ἀνθρώπινες κοινωνίες ἡ γνῶσις τοῦ παρελθόντος εἶναι, γιὰ κάθε σκεπτόμενο, νουνεχῆ και ὑπεύθυνο πολίτην, καὶ ἰσοσθενῶς ἐθνικὴν κοινότητα, ἀπαραίτητη διότι εἶναι γνῶσις τοῦ παρόντος, ἀφοῦ τὸ πα­ρελθὸν ἀποτελεῖ τὸ σπέρμα καὶ τὶς ἀπαρχές του. Ἡ δὲ ἐξήγησις τῶν ὕβρεων καὶ τὰ αἴτια αὐτῶν θὰ ἀνα­ζητηθοῦν ἐπὶ τῆς διεθνοῦς σκηνῆς, εἰς τὸ πλαίσιον ὄχι μόνον διακρατικῶν ἀντιθέσεων, ἀλλὰ καὶ παγκοσμίων ζυμώσεων καὶ ἐνεργημάτων ἐπιζητουμένης νέας συγκροτήσεως τῆς διεθνοῦς κοινωνίας.

Συμπεριφορὰ τῶν Γερμανῶν ἔναντι τῆς Ἑλλάδος

Ἂς περιορισθοῦμε, κατὰ πρῶτον, στὴν συμπεριφορὰ τῆς Γερμανίας μετὰ τὴν ἑνοποίησί της (1866-1871) ἔναντι τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ γενικώτερον. Σταχυολογῶ συγκεκριμένα ἀναμφισβήτητα ἱστορικὰ συμβάντα:

(α) Ἤδη τὸ φθινόπωρον τοῦ 1898 μὲ ἐπίσκεψι τοῦ Γερμανοῦ Αὐτοκράτορος Γουλιέλμου Β΄ στὴν τότε ὑπὸ Ὀθωμανικὴ κυριαρχία Δαμασκὸ καὶ ἐπίσημη δήλωσί του, ὅτι εἶναι ὁ παντοτεινὸς φίλος τοῦ Σουλτάνου καὶ τῶν ἀνὰ τὸν κόσμο τριακοσίων ἑκατομμυρίων Μωαμεθανῶν, ἐγκαινιάσθηκε, μὲ οἰκονομικὰ βεβαίως ἀνταλλάγματα καὶ ἀνεμπόδιστη οἰκονομικὴ διείσδυσι στὴν περιοχή, ἡ ὑπὲρ τῆς ἀκεραιότητος τῆς Ὀ­θωμανικῆς Αὐτοκρατορίας πολιτικὴ τῆς Γερμανίας1. Πολιτικὴ εὐθέως ἐχθρικὴ πρὸς τὴν μικρὰν τότε Ἑλλάδα καὶ τὸν πολλαπλάσιον ἐκτὸς τῶν συνόρων της συμπαγῆ Ἑλληνισμόν (στὴν Ἤπειρο, Μακεδονία, Θράκη, Κρήτη, νησιὰ τοῦ Αἰγαίου κ.λπ.), ἀφοῦ κατ’ οὐσίαν ὤρθωνε καὶ γερμανικὰ ἐμπόδια στὴν συνεχῆ προσπάθεια τοῦ ἀλυ­τρώτου Ἑλληνισμοῦ μὲ διαβήματα καὶ κινήματα γιὰ τὴν ἐθνική του ἀποκατάστασι καὶ ἕνωσί του μὲ τὴν μητέρα Πατρίδα.


(β) Ἡ ἰδία ἐχθρικὴ ἔναντι τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ πολιτικὴ τῆς Γερμανίας ἐσυνεχίσθη ἀδιαλείπτως καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα χρόνια, καὶ τῶν Βαλκανικῶν Πολέμων (1912-1913) καὶ τοῦ Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918). Τότε οἱ Γερμανοὶ, πιστοὶ πάντοτε ὡς ἐν ὅπλοις σύμμαχοι τῶν ἐχθρῶν τῆς Ἑλλάδος, Βουλγάρων καὶ Τούρκων, διέπραξαν τὰ πάνδεινα εἰς βάρος μας. Ἔτσι, ἡ Γερμανία:

• Διηυκόλυνε καὶ ἐκάλυψε τὰ βουλ­γαρικὰ ἐγκλήματα εἰς τὴν σημερινὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν καὶ Θράκην, ὅπου οἱ Βούλγαροι ἐπεδόθησαν σὲ ἀπερίγραπτες καταστροφὲς καὶ συστηματικὲς διώξεις εἰς βάρος τοῦ ἐκεῖ συντριπτικῶς πλειοψηφοῦντος Ἑλληνισμοῦ. τόσο κατὰ τὴν πρώτη βουλγαρικὴ κατοχή τῆς περιόδου 1912-19132, ὅσο καὶ κατὰ τὴν δεύτερη, τῆς περιόδου 1916-19183.

• Ἡ αὐτὴ Γερμανία, γενομένη ἤδη ἀπὸ τὸ 1913, διὰ τῆς ὑπὸ τὸν Liman von Sanders ἀποστολῆς της, στρατιωτικῶς κυρία τῆς τουρ­κικῆς πρωτευούσης (Κωνσταντινουπόλεως) καὶ καταστήσασα οὐσιαστικῶς ὑποχείριόν της τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν4, εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ὑπέδειξεν εἰς τοὺς Τούρκους, πρὸς ἐθνικὴν ἐκκαθάρισι τῆς Αὐτο­κρατορίας τους, τὴν μέθοδον καὶ ὠργάνωσε τὴν πραγματοποίησιν τῆς γενοκτονίας τοῦ Μικρασιατικοῦ Ἑλληνισμοῦ ὡς καὶ τῶν Ἀρμενίων. Ἔτσι καὶ ἔκτοτε ἄρχισεν ἡ γενοκτονία αὐτή, ὥστε εἶναι ἱστορικῶς ἀστήρικτη ἡ ἐνίοτε ὑποστηριζομένη ἐκδοχή ὅτι δῆθεν τὴν προκαλέσαμε ἐμεῖς μὲ τὴν ἀπόβασί μας στὴν Σμύρνη, ποὺ εἶναι γεγονὸς πολὺ μεταγενέστερο. Ἄλλωστε τὴν ἐν λόγῳ γενοκτονία εἶχεν ἤδη καταγγείλει ἔκτοτε δημοσίως τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον διὰ συγκεκριμένων στοιχείων μὲ τὴν, ἐκδοθεῖσαν τὸ 1919, μακρὰν ἐκ σελίδων 416 ἔκθεσίν του ὑπὸ τὸν τίτλον «Μαύρη Βίβλος διωγμῶν καὶ μαρτυρίων τοῦ ἐν Τουρκίᾳ Ἑλληνισμοῦ (1914-1918)» (Ἐν Κωνσταντινουπόλει, Ἐκ τοῦ ­Πατριαρχικοῦ Τυπογραφείου, 1919 — τῆς ὁποίας, σημειωτέον, ὑπάρχει καὶ σχετικῶς πρόσφατη φωτοτυπικὴ ἐπανέκδοσις ἀπὸ τὶς Ἐκδόσεις Ἀρσενίδη).

(γ) Τὰ ἴδια ἐπανελήφθησαν καὶ κατὰ τὸν Β΄ Παγκόσμιον Πόλεμον (1939-1945). Τὸν Μάρτιον 1941 ἡ Χιτλερικὴ Γερμανία, εἰς τὸ πλαίσιον σχεδιαζομένου κατὰ τὶς ὀρέξεις της ἀνακαθορισμοῦ τῶν συνόρων τῶν κρατῶν τῆς διασαλπιζομένης ὑπὸ τοῦ Χίτλερ Νέας Εὐρώπης, προτοῦ κἂν μᾶς ἐπιτεθῇ καὶ καταλάβῃ τὴν Ἑλλάδα, προκειμένου νὰ προσελκύσῃ ὡς σύμμαχόν της κατὰ τὸν ἐν λόγῳ πόλεμον τὴν Νοτιοσλαβίαν (εἰς τὰ σλαβικὰ Γιουγκοσλαβίαν), συνεφώνησε ρητῶς μὲ τὸν Ἀντιβασιλέα της, κυβερνῶντα τότε τὴν χώραν λόγῳ ἀνηλικότητος τοῦ Βασιλέως Πέτρου, τὴν πα­ραχώρησιν εἰς αὐτὴν τῆς Μακεδονίας μας μετὰ τῆς Θεσσαλονίκης. Εὐθὺς ὅμως ἐκραγείσης ἐπαναστάσεως λαοῦ καὶ στρατοῦ ὑπὸ τὸν Στρατηγὸν Σίμοβιτς εἰς τὸ Βελιγράδι, ἀμέσως ἐπιτυ­χούσης, διότι οἱ Σέρβοι μὲ τὶς πικρὲς ἐμπειρίες τοῦ Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου δὲν ἤθελαν καμμιὰ συνεργασία μὲ τοὺς Γερμανούς, ἀπεπέμφθη ὁ Ἀντιβασιλεύς, ἀνέλαβε, καίτοι ἀνήλικος, ὁ Βασιλεὺς καὶ ἄλλη Κυβέρνησις καὶ ἐναυάγησεν ἡ συμφωνία. Ἠκολούθησεν ἄμεση τότε ἐκδίκησις τῶν Γερμανῶν μὲ κήρυξιν πολέμου καὶ ἐπίθεσιν ἐναντίον τῆς Νοτιοσλαβίας καὶ ταὐτοχρόνως τῆς Ἑλλάδος, διὰ τὴν ὁποίαν καὶ εἶχε κατὰ τοὺς προηγουμένους μῆνες κατακλυσθῆ μὲ γερμανικὰ στρατεύματα ἡ σύμμαχός των Βουλγαρία.

Καὶ εὐθὺς μετὰ τὴν κατάληψι τῆς Ἑλλάδος τὸ 1941, οἱ ἴδιοι Γερμανοὶ παρεχώρησαν αὐτὴν τὴν φο­ρὰ τὴν πρὸς ἀνατολὰς τοῦ Στρυμόνος ποταμοῦ Μακεδονίαν μας καὶ τὴν Δυτικὴν μας Θράκην, ὡς ἐπίσης καὶ ἀπὸ τὴν Νοτιοσλαβίαν τὴν περιοχὴν τὴν ὀνομαζομένην Βαρντάσκα (σημερινὸν κρατίδιο τῶν Σκο­πίων) εἰς τοὺς συμμάχους των Βουλγάρους, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐπισήμως ἐνεσωμάτωσαν τὰ παρα­χω­ρηθέντα ἐδάφη εἰς τὸ κράτος των καὶ ἄρχισαν ἀμέσως τοὺς διωγμοὺς καὶ τὸν συστηματικὸν ἀφελ­ληνισμόν τους5.

(δ) Γνωστὲς ἐπίσης καὶ οἱ θηριωδίες τῶν Γερμανῶν κατὰ τὴν Κατοχήν (1941-1944). Ὑλικὲς καταστροφὲς ἀνυπολόγιστες, μανιώδης μέχρι θεμελίων κατα­στροφὴ χωριῶν καὶ οἰκισμῶν, δολοφονίες μαζικὲς χιλιάδων Ἑλλήνων πολιτῶν ἀδιακρίτως ἡλικίας (ἐνηλίκων καὶ ἀνηλίκων, μικρῶν παιδιῶν, ἀλλὰ καὶ νηπίων καὶ βρεφῶν!). Ἡ Κάντανος Χανίων, ἡ Κλεισούρα Καστοριᾶς, τὰ Καλάβρυτα, τὸ Δίστομον κ.λπ. κ.λπ. εἶναι τόποι ἀσυλλήπτου μαρτυρίου καὶ ἐπιδείξεως εὑρηματικῆς ἐγκληματικῆς ἐφευ­ρετικότητος τῶν Γερμανῶν κατακτητῶν. Χα­ρακτηριστικῶς στὴν Κάντανον, ἀνθοῦσαν κωμόπολιν, πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας Σελίνου τοῦ Νομοῦ Χανίων, διότι ἀντιστάθηκε μὲ ἀπαράμιλλη γενναιότητα κατὰ τὴν εἰσβολὴ καὶ ἐξώντωσεν 25 Γερ­μανοὺς ἀλεξιπτωτιστές, μετὰ τὴν κατάληψί της οἱ Γερμανοὶ ἐκ θεμελίων τὴν ἐξηφάνισαν· ἔστησαν μάλιστα καὶ ἐπιγραφήν (σῳζωμένην εἰς τὸ μικρὸ Μουσεῖον τῆς κωμοπόλεως), ἀναγράφουσαν ὅτι κατεστράφη «πρὸς ἐξιλασμὸν τῆς δολοφονίας 25 Γερμανῶν στρατιωτικῶν», καὶ μάλιστα «γιὰ νὰ μὴν ἀνοικοδομηθῇ ποτέ»!

Ξεχωριστὸ κεφάλαιο γερμανικῆς ἐγκληματικότητος κατὰ τὴν ἴδια περίοδο τῆς Κατοχῆς εἶναι ἡ ὁλοκληρωτικὴ ἀπομύζησις τῆς Ἑλληνικῆς Οἰκονομίας, ἡ κλοπὴ (κατὰ ρητὴν δήλωσιν τοῦ σημερινοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως Θεοδώρου Παγκάλου) φυλασσομένου στὴν Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος δημοσίου θησαυροῦ, ἡ λεηλασία τῆς παραγωγῆς. Πέραν δὲ τῶν ἐξόδων Κατοχῆς, οἱ κατακτηταὶ Γερμανοὶ καὶ Ἰταλοί, δυνάμει τῆς ἀπὸ 14.3.1942 καὶ μεταγενεστέρων συμφωνιῶν μὲ τὴν ἐξαναγκαζομένην κατοχικὴν κυβέρνησιν, ἐλάμβανον καὶ προκαταβολὲς ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος. Εἰς τὴν περὶ αὐτῶν πλήρως τεκμηριωμένη καὶ λεπτομερειακὴ μελέτη τοῦ Καθηγητοῦ τῆς Δημοσίας Οἰκονομικῆς Παναγιώτου Β. Δερτιλῆ, ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἀριθμοὶ καὶ κείμενα τῶν ἐξόδων κατοχῆς καὶ ἡ ἀξίωσις τῆς Ἑλλάδος» (1964), οἱ ἐν λόγῳ προκαταβολὲς χαρακτηρίζονται ὡς «ἀναγκαστικῶς συναπτ῾῾῾῾όμενον ἐξωτερικὸν δημόσιον δάνειον τῆς Ἑλλάδος», τοῦ ὁποίου ὀφειλέτιδες χῶρες εἶναι ἡ Γερμανία καὶ ἡ Ἰταλία, ποὺ ὑποχρεοῦνται νὰ τὸ ἐπιστρέψουν, καὶ μάλιστα, ὡς τονίζει ὁ Καθηγητὴς Δερτιλῆς, «ἀνεξαρτήτως τῶν διατάξεων τῶν Συνθηκῶν Εἰρήνης ἢ περὶ Ἐπανορθώσεων». Ὑπολογίζει δὲ τὰ οὕτως εἰς τὴν Ἑλλάδα ὀφειλόμενα ἀπὸ τὴν Γερμανίαν καὶ τὴν Ἰταλίαν εἰς τὰ δι’ ἑκάστην σημειούμενα ποσὰ ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων δολλαρίων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα καὶ ἐλάχιστα μόνον ἔχουν ἐπιστραφῆ.

Ἔτσι πολλαπλὲς ἀπομένουν καὶ οἱ οἰκονομικὲς πρὸς τὴν Ἑλλάδα ὀφειλὲς τῆς Γερμανίας ἀπὸ τὴν περίοδο τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ὄχι μόνον γιὰ πολεμικὲς ἐπανορθώσεις, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς λεη­λασίες καὶ τὰ μνημονευθέντα ἀναγκαστικὰ δάνεια.


Διὰ νὰ μὴ ἀναφερθοῦμε καὶ στὴν ἐνεστῶσα ἀντισυναλλακτικὴ ἐπιμονὴ τῶν Γερμανῶν, ὅπως παραλάβουμε παραγγελθέντα εἰς αὐτοὺς ὑποβρύχια, ἀποπληρωθέ­ντα, τὰ ὁποῖα ὅμως ἐπιδιώκουν νὰ μᾶς παραδώσουν ἐλαττωματικά...


Ἡ εὐγνωμοσύνη
ποὺ μᾶς ὀφείλεται

Καὶ ἡ κατὰ τὸν 20ὸ αἰῶνα τερατώδης αὐτὴ καὶ ἀδιάλειπτη ἐγκληματικὴ συμπεριφορὰ τῆς Γερμανίας εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀνεπτύχθη παρὰ τὸ γεγονός ὅτι τὴν Γερμανία ποτὲ δὲν ἐβλάψαμε, οὔτε εἴχαμε, καθὼς εἶναι μάλιστα ἀπομακρυσμένη, μακρυὰ καὶ ἀπὸ τοὺς βορείους γείτονές μας, στὸ κέντρο τῆς Εὐρώπης, οἱαδήποτε διαφορὰ μαζί της. Καὶ ὄχι μόνον αὐτό. Ἀνεπτύχθη, παρὰ τὴν καθολικῶς ὀφειλομένη πρὸς τὴν ἐθνική μας κοινότητα ἀναγνώρισι καὶ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴν ἀνεπανάληπτη συμβολή της στὸν παγκόσμιο πολιτισμὸ (μὲ τὴν φιλοσοφικὴ σκέψι τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιότητος), τὴν διάδοσί του (μὲ τὴν ἐκπολιτιστικὴ ἐκστρατεία τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου), τὴν κραταίωσι (μὲ τὴν διάδοσι τοῦ Χριστιανισμοῦ μὲ ὄργανο τὴν κοινῶς ὁμι­λουμένη ἑλληνικὴ γλῶσσα) καὶ τὴν διάσωσί του (μὲ τὴν χιλιόχρονη καὶ πλέον ἄμυνα τῆς Βυζαντινῆς, μεσαιωνικῆς μας, Αὐτοκρατορίας ἐναντίον ἐπανειλημμένων ἐπιθέσεων Ἀράβων καὶ ἄλλων ἀπολιτίστων ὀρδῶν).

Μάλιστα εἰδικῶς γιὰ τὴν Ἑλληνικήν μας γλῶσσαν ἰδιαιτέραν μᾶς ὀφείλουν εὐγνωμοσύνην οἱ Γερμανοί. Ἀφοῦ οἱ διαμορφώσαντες τὴν γλῶσσα τους Wulflin (Βουλ­φιλᾶς, κατὰ τοὺς Βυζαντινούς) καὶ Λούθηρος (ὁ πρῶτος ἀπὸ Γότθον πατέρα, ἀλλὰ Ἑλληνίδα μητέρα, κατοικοῦντας εἰς τὴν ἑλληνικὴν Καππαδοκίαν), ἠκολούθησαν γιὰ τὴν σύνταξίν της ὡς πρότυπον τὴν σύνταξιν τῆς Ἑλληνικῆς6.


Ἐπίγνωσις τῶν Γερμανῶν
καὶ ἑλληνικὴ ἀνταπόκρισις


Ἐπίγνωσιν τῆς ἀνωτέρω μοναδικῆς συμβολῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ πνεύματος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ στὸν ἀν­θρώπινο πολιτισμό, οὐσιαστικῶς ὡς γεννήτορος αὐτοῦ, ἔχουν ἀναμφισβητήτως καὶ οἱ Γερμανοί. Ἀνέκαθεν. Οἱ ἐπιδόσεις τους στὴν καλλι­έργεια τῶν σπουδῶν γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ ἀρχαιότητα καὶ ὁ πακτωλὸς ἐκδόσεων τῶν ἀρχαίων καὶ μεταγενεστέρων Ἑλλήνων συγγραφέων καὶ ἡ ὅλη ἐπ’ αὐτῶν διεισδυτικὴ ἀνάλυσις καὶ ἱστοριογραφία εὑρίσκονται εἰς τὴν Γερμανίαν ἤδη ἀπὸ τοῦ 19ου αἰῶνος εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν πνευματικῶν ἀναζητήσεων, εἰς περιωπὴν ἀδαμάστου ἑλληνολατρείας.

Αὐτὸ τὸ γνωρίζουν καὶ εὐγνω­μόνως τὸ ἀναγνωρίζουν ὅλοι οἱ Ἕλληνες. Ὅπως ἐπίσης καὶ ὅτι καρποῦνται καὶ ὅσα καλὰ οἱ Γερμανοί, λαὸς ἐργατικός, συστηματικὸς καὶ πειθαρχημένος, προσφέρουν μὲ τὴν πνευματικήν τους ἀκτινοβολία καὶ τὰ τεχνολογικά τους ἐπιτεύγματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα, ἀμφότερα, καὶ οἱ Ἕλληνες, μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους ­λαοὺς τῆς οἰκουμένης, τόσον ὠφελοῦνται. Ἔτσι δὲν εἶναι μόνον τὸ γεγονός ὅτι ἡ ἀνακύψασα ἐκ τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγῶνος τοῦ 1821 Ἑλληνικὴ Πολιτεία, ὀργανωθεῖσα κατ’ ἀρχὰς ἀπὸ τὸν ἀείμνηστον λαμπρὸν Κυβερνήτην της Ἰωάννην Καποδίστριαν, συνεκροτήθη ἀκολούθως εἰς βιώσιμον κράτος κυρίως ἀπὸ τὴν ἐξόχως φιλελληνικὴν Βαυ­αρικὴν Δυναστείαν (τοῦ Ὄθωνος)7, ἡ ὁποία καὶ μᾶς ἐπροικοδότησε μὲ βασικὰ νομοθετήματα, τὰ καλλίτερα τῆς ἐποχῆς, ὅπως πολλαχόθεν ἀναγνωρίζεται, τὰ ὁποῖα καὶ ἴσχυ­σαν ἐπὶ ἑκατονταετίαν καὶ πλέον, βεβαίως μὲ τὶς ἀναγκαῖες κατὰ τὴν διαδρομὴ τοῦ χρόνου τροποποιήσεις καὶ προσθῆκες, συγκεκριμένως ὁ Ποινικὸς Νόμος καὶ ἡ Ποινικὴ Δικονομία μέχρι 1.1.1951, ἡ Πολιτικὴ Δικονομία μέχρι 15.9.1968, ὁ Ἐμπορι­κὸς Νόμος – μάλιστα (κατὰ μετάφρασιν τοῦ γαλλικοῦ τοῦ 1808) μὲ ὡρισμένες διατάξεις του ἰσχύει μέχρι τῶν ἡμερῶν μας! Ἀλλὰ καὶ μεταγενεστέρως μεγάλα τμήματα τῆς νομοθεσίας μας κατεστρώθησαν μὲ βάσι γερμανικὰ πρότυπα (π.χ. ὁ Ἀστικός μας Κῶδιξ μὲ βάσιν τὸν Γερ­μανικὸν τοῦ 1900), ἐνῷ καὶ ἑκατοντάδες Ἑλληνόπαιδες ἐφοίτησαν καὶ φοιτοῦν ἢ συμπληρώνουν τὶς σπουδές των, εἰς διαφόρους τῆς ἐπιστήμης κλάδους, σὲ Γερμανικὰ Πανεπιστήμια. Ἐπίσης οἱ Ἕλληνες δὲν ξεχνοῦμε ὅτι κατὰ τὰ δύσκολα γιὰ τὴν Πατρίδα μας μεταπολεμικὰ χρόνια ἀρκετὲς χιλιάδες συμπατριωτῶν μας ἔγιναν δεκτοὶ ὡς μετανάστες καὶ εἰργάσθησαν ἐπὶ χρόνια στὴν Γερμανία, συντελέσαντες ὅμως ἔτσι καὶ αὐτοὶ στὴν ἀνόρθωσι τῆς κατεστραμμέ­νης ἀπὸ τὸν πόλεμο γερμανικῆς οἰκονομίας. Μάλιστα πολλοὶ ἐξακολουθοῦν καὶ τώρα νὰ διαμένουν καὶ ἐργάζονται ἐκεῖ.

Ὅλα τὰ γεγονότα αὐτὰ συνετέλεσαν στὴν ἀναθέρμανσι τῶν ἑλληνογερμανικῶν σχέσεων, ἰδιαιτέρως μάλιστα ἀπὸ τὴν ἐποχή κατὰ τὴν ὁποία μὲ τὴν εἴσοδό μας στὴν Εὐρωπαϊκὴ Κοινότητα καὶ στὴν Εὐρωζώνη συμβιοῦμε καὶ μὲ τὸν ἄξιο καὶ εἰς ὅλους σεβαστὸ γερμανικὸ λαό. Καὶ φυσικὰ ἐγκατελείψαμε στὴ λήθη τὰ ὅσα, ὡς ἀνωτέρω, εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ κατὰ τὸν 20ὸ αἰῶνα διέπραξε. Καὶ καλὰ ἐκάναμε. Βλέπετε, εἴμαστε καλοκάγαθος, εὐγενικὸς καὶ εὔχαρις λαὸς καὶ γρήγορα συγχωροῦμε...


Ἐξήγησις τῶν σημερινῶν
γερμανικῶν ὕβρεων


Τὴν προκειμένην νηφαλιότητα σοβαρώτατα διετάραξαν, μὲ εὐεξήγητον ἐπικίνδυνον κλονισμὸν τοῦ ἔναντι τῶν Γερμανῶν λαϊκοῦ αἰσθήματος, οἱ ἐντελῶς ἀπροσδόκητες πρόσφατες γερμανικὲς ὕβρεις. Μὲ ἀνάκλησι στὴν Πανελλήνια μνήμη ὅλων τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα οἱ Γερμανοὶ εἰς βάρος μας διέπραξαν, κυρίως κατὰ τὸν Β΄ Παγκόσμιο ­Πόλεμο.

Ἡ ἐξήγησις τοῦ παραλόγου αὐτοῦ φαινομένου τῶν ἀσυστάτων ὕβρεων εἶναι ὁρατή. Οἱ Γερμανοὶ ὑβρίζουν τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διότι δὲν ξεχνοῦν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐματαίωσε τὰ ὑπερφίαλα τῆς κοσμοκυριαρχίας ἰμπεριαλιστικά των σχέδια. Καὶ κατὰ τὸν Α΄ Παγκόσμιον Πόλεμον, ὁπότε ἡ Ἑλλὰς μὲ τὴν ἄμυνάν της εἰς τὸ Μακεδονικὸν μέτωπον ἐστέρησε τὴν Γερμανίαν τῆς διεξόδου της στὴν Μεσόγειο καὶ ἀπέτρεψεν ἔτσι τὴν προσβολὴν τοῦ Σουέζ, ζωτικοῦ κόμβου τῆς ἀντιπάλου Βρεταννικῆς Αὐτοκρατορίας στὴν μέσῳ αὐτοῦ πρὸς τὶς τότε Βρεταννικὲς Ἰνδίες ἐπικοινωνία της, συντελεστοῦ καθοριστικοῦ καὶ γι’ αὐτὴν τὴν ἔκβασι τοῦ πολέμου. Καί, ἰδίως, κατὰ τὸν Β΄ Παγκόσμιον Πόλεμον, ὁπότε πανθομολογουμένως, κατὰ τοὺς ἁρμοδίους στρατιωτικοὺς καὶ ἄλλους ἀναλυτές, ἡ Ἑλλὰς ἔδωσε τὴν Νίκην, διότι αὐτὴ μὲ τὴν ἐπικὴν ἀντίστασίν της καθυστέρησεν ἐπὶ μῆνες τὴν ἀποφασισθεῖσα γερμανικὴν ἐπίθεσι κατὰ τῆς τότε Σοβιετικῆς Ἑνώσεως, καθυστέρησις ἡ ὁποία καὶ ἀπέβη μοιραία λόγῳ τοῦ ἐνσκήψαντος δριμυτάτου ρωσικοῦ χειμῶνος, ποὺ ἠμπόδιζε τὶς ἐπιχειρήσεις, καὶ τοῦ δοθέντος ἐν τῷ μεταξὺ χρόνου στοὺς σοβιετικοὺς γιὰ τὴν ἀμυντική τους προπαρασκευή8.

Καὶ ὄχι μόνον αὐτό. Διότι ὑπάρχει καὶ κάτι ἄλλο. Ἀπὸ ὅλες τὶς κατακτηθεῖσες κατὰ τὸν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο χῶρες τῆς Εὐρώπης, ἀκόμη καὶ τὴν κυρίαν ἐχθράν τους Γαλλίαν, οἱ Γερμανοὶ κατώρθωσαν νὰ στρατολογήσουν μυριάδες ἐθελοντῶν, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐπολέμησαν στὸ πλευρό τους στὸ ρωσικὸ μέτωπο. Καὶ μόνον ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα δὲν βρῆκαν οὔτε ἕναν ἐθελοντή, γιὰ νὰ συμπολεμήσῃ μαζί τους.

Ἡ ἐπίγνωσις τῶν ἀληθειῶν αὐτῶν, περὶ Ἑλλάδος ὡς πρωτίστου ἐμποδίου στὶς ὅποιες γερμανικὲς ἐπιδιώξεις, ἀνέκυψε τώρα, μὲ τὴν διεθνῆ οἰκονομικὴν καὶ τὴν δημοσιονομικὴν τῆς Πατρίδος μας κρίσιν, ἀπὸ τὰ θολερὰ κατάβαθα τῆς γερμανικῆς ψυχῆς. Καὶ ἐξετοξεύθησαν μὲ τόσην ἐλαφρότητα καὶ ἀνευθυνότητα ἀπό, ὑποτίθεται, ἔγκυρον ἐκπρόσωπον τῆς γερμανικῆς κοινῆς γνώμης, οἱ ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν Ἑλλήνων ἀκατονόμαστες ὕβρεις. Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ μόνη νοητὴ ψυχολογικὴ ἐξήγησις τῆς ἐμφανίσεώς των.


Ἐπὶ τοῦ περιεχομένου
τῶν γερμανικῶν ὕβρεων


Δὲν χρειάζεται ἡ καταχώρισις ἐδῶ τῶν γερμανικῶν ὕβρεων. Διότι εἶναι τόσον ἀσύστατες καὶ καταγέλαστες, ὥστε γιὰ κάθε σκεπτόμενον καὶ νουνεχῆ ὅπου τῆς γῆς ἄνθρωπον εἶναι ἀφ’ ἑαυτῶν ἀπορριπτέες. Δύο μόνον σημεῖα αὐτῶν ἐπιβάλλουν ἀπάντησιν.

Τὸ πρῶτον εἶναι ὁ χαρακτηρισμὸς συλλογικῶς τῶν Ἑλλήνων ὡς σκανδαλωδῶς διεφθαρμένων. Λησμονοῦν ὅμως οἱ ὑβρίζοντες ὅτι διαφθορὰ χωρὶς διαφθείροντα οὔτε ὑπάρχει, οὔτε ἀναπτύσσεται. Λοιπόν, τὸ πανθομολογουμένως μεγαλύτερον σκάνδαλον εἰς τὴν σύγχρονον Ἑλλάδα εἶναι τὸ προ­κληθὲν ἀπὸ γερμανικὴν ἑταιρείαν, τὴν γνωστὴν SIEMENS. Αὐτή, προκειμένου νὰ ἐπιτύχῃ τὴν κατ’ ἀποκλειστικότητα ἀνάθεσιν ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον προμη­θείας τεχνολογικῶν προϊόντων της (τηλεφωνίας κ.λπ.), ἡ ἀνάγκη τῶν ὁποίων ἀνέκυψε κυρίως ἀπὸ τὴν ἀνάληψι διενεργείας στὴν Ἑλλάδα τῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων τοῦ 2004, προέβη συστηματικῶς μὲ τοὺς ἐδῶ ἐκπροσώπους της σὲ παχυλὴ δωροδοκία πολιτικῶν κομμάτων, ἴσως δὲ καὶ συγκεκριμένων προσώπων, πολιτικῶν ἢ ὑπηρεσιακῶν παραγόντων. Ἤδη ὑπάρχει ἡ δημοσία περὶ αὐτοῦ ὁμολογία σημαίνοντος πολιτικοῦ στελέχους, ὅτι ἔλαβεν ἐκ τῆς αἰτίας αὐτῆς διὰ λογαριασμὸν τοῦ κόμματός του, εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ ὁποίου καὶ τὰ κατέθεσε, ἕνα ἑκατομμύριον (1.000.000) εὐρώ, ἐνῷ τὴν ὅλην ὑπόθεσιν ἐρευνᾷ τώρα ἀνακριτικῶς ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη. Ἀπὸ κανένα ὅμως ἀπὸ τὰ ἐλθόντα στὸ φῶς τῆς δημοσιό­τητος μέχρι τώρα στοιχεῖα δὲν προκύπτει ὅτι ἡ δωροδόκησις αὐτὴ ἔγινε κατ’ ἀπαί­τησιν τοῦ ἑκάστοτε δωροδοκουμένου. Ὥστε ἡ SIEMENS, χωρὶς νὰ τῆς ζητηθῇ, ἔδιδε προκειμένου νὰ ἐπιτύχῃ τὴν προτίμησιν τῆς ἰδικῆς της προσφορᾶς. Βεβαίως οἱ λαμβάνοντες κακῶς, κάκιστα ἀπεδέχοντο τὴν δω­ροδοκίαν. Εἰκάζω ὅτι οἱ διὰ λογαριασμὸν κομμάτων λαμβάνοντες ἔπραττον τοῦτο χωρὶς περίσκεψιν καὶ ἰδιαίτερον προβληματισμόν, διότι ἀνέκαθεν τὰ πολιτικὰ κόμματα στὴν Ἑλλάδα, ὅπως καὶ στὶς ἄλλες χῶρες, χρηματοδοτοῦνται, ἐκτὸς τῶν γλίσχρων, συνήθως οὐδέποτε καταβαλλομένων, συνδρομῶν τῶν μελῶν των, ἀπὸ ἰδιῶτες καὶ κυρίως ἐπιχειρήσεις. Ἀσυγχώρητοι ἀπο­λύτως εἶναι μόνον οἱ τυχὸν δι’ ἴδιον λογαριασμὸν ἐνθυλακώσαντες τὰ λαμβανόμενα, πολιτικὰ πρόσωπα ἢ ὑπηρεσιακοὶ παράγοντες — ἐὰν καὶ ποῖοι, αὐτὸ θὰ προκύψῃ ἀπὸ τὴν ἐνεργουμένη δικαστικὴ τῆς ὑποθέσεως διερεύνησι. Σὲ κάθε ὅμως περίπτωσιν ἡ κυρία εὐθύνη βαρύνει τὸν ἐκμαυλίζοντα, χρη­ματικῶς ἢ ἄλλως, καὶ ὄχι τὸν ὑπο­κύπτοντα εἰς τὸ προσφερόμενον δέλεαρ, ἡ εὐθύνη τοῦ ὁποίου αὐτοῦ εἶναι παρεπομένη, δευτερεύουσα! Ἑπομένως ἐδῶ τὴν εὐθύνην τοῦ σκανδάλου τῶν δωροδοκιῶν καὶ τῆς διαφθορᾶς φέρει πρωτίστως ἡ SIEMENS. Kαὶ κατ’ ἀκολουθίαν, μόνον οἱ Γερμανοὶ δὲν δικαιοῦνται νὰ μᾶς χλευάζουν γιὰ σκάνδαλα καὶ διαφθορά, ὅταν αὐτοί, ἡ γερμανικὴ ἑταιρεία SIEMENS, εἶναι οἱ πρωτουργοὶ καὶ κυρίως ὑπεύθυνοι τοῦ μεγαλυτέρου ἀπὸ τὰ σκάνδαλα.

Τὸ δεύτερον σημεῖον ὕβρεων, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἀποστομωτικὴν ἀνασκευήν, εἶναι τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὴν ὀδυνηρὴ γιὰ τὴν Πατρίδα μας περιπέτειαν τοῦ λεγομένου «ἐμφυλίου πολέμου» τῆς περιόδου 1946-1949. Συγκεκριμένως χλευάζεται ἀξιολογικῶς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μὲ ἐπίκλησιν ὅτι τέτοιος εἶναι, ἀλληλοτρώγεται, ἐκ χαρακτῆρος ἀπεδύθη εἰς αὐτὸν μὲ τὶς τεράστιες ἀν­θρώ­πινες ἀπώλειες καὶ ὑλικὲς καταστροφές. Ἐσκεμμένως ὅμως οἱ ὑβριστές μας ἀγνοοῦν στοιχειώδεις, δεδομένες ἱστορικῶς ἀλήθειες.

Πράγματι, κατ’ ἀρχὴν καταχρηστικὸς ὁ λόγος περὶ «ἐμφυλίου πολέμου». Ὅπως διδάσκει ὁ Πλάτων (Πολιτεία, 470 Β), ἡ λέξις «πόλεμος» κυριολεκτεῖται μόνον ἐπὶ διαμάχης μετὰ ξένων, ποτὲ μετὰ ὁμοφύλων· πολέμιοι εἶναι μόνον ξένοι καὶ ὁ πόλεμος μόνον μὲ ξένους διεξάγεται, ἐνῷ ἡ διαμάχη καὶ ἀντιπαράθεσις πρὸς ὁμοφύλους ὀνομάζεται «στάσις». Καὶ μάλιστα, ὅταν πρόκειται περὶ ὠργανωμένου καὶ λειτουργοῦντος μὲ δημοκρατικοὺς κανόνες κράτους, ὅπως ἦτο καὶ τότε ἡ Ἑλλάς, διαβιοῦσα ὑπὸ κοινοβουλευτικὸν καθεστώς, μὲ τὴν Βουλὴν λειτουργοῦσαν καὶ Πρωθυπουργὸν τὸν ἀείμνηστον Ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων Θεμιστοκλῆν Σοφούλην. Ἐπρόκειτο λοιπὸν περὶ στάσεως, σημειωτέον μόνον τοῦ Κ.Κ.Ε., τὴν ὁποίαν —μεσουρανοῦντος τότε (1946-1949) τοῦ Ψυχροῦ, λεγομένου, Πολέμου μεταξὺ τῶν ἐλευθέρων δημοκρατιῶν τῆς Δύσεως καὶ τοῦ κομμουνιστικοῦ συνασπισμοῦ Σοβιετικῆς Ἑνώσεως καὶ ὑποχειρίων της χωρῶν τὴς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης— ὠργάνωσαν, ἐξώπλισαν καὶ κατηύθυναν οἱ, ὑπὸ κομμουνιστικὸν καθεστώς, βόρειοι γείτονες τῆς Ἑλλάδος, ὅπως καὶ ἁρμοδίως διεπιστώθη, ὕστερα ἀπὸ ἐπιτόπιον ἔρευναν, ὑπὸ Διεθνοῦς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, συσταθείσης ἀπὸ τὸ Συμβούλιον Ἀσφαλείας τοῦ Ο.Η.Ε., καὶ κατεχωρίσθη εἰς τὰ συμπεράσματα τῆς ἀπὸ 23.5.1947 ἐκθέσεώς της. Ἐναντίον ἀκριβῶς τῆς κομμουνιστικῆς αὐτῆς ἐπιβουλῆς ἠγωνίσθη τότε σύσσωμος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, μὲ τὴν ὁμοφωνίαν ὅλων τῶν πολιτικῶν κομμάτων καὶ δυνάμεων τῆς χώρας (πλὴν βεβαίως τοῦ στασιάσαντος Κ.Κ.Ε.). Καὶ ὁ ἀγὼν ἐκεῖνος τοῦ ἔθνους διεξήχ­θη καὶ πρὸς προστασίαν τῶν δημοκρα­τικῶν μας θεσμῶν ἐναντίον κομμουνιστικῆς ἐπιβουλῆς, καὶ πρὸς διατήρησιν τῆς ἐθνικῆς καὶ ἐδαφικῆς μας ἀκεραιότητος, διότι ἡ ἐπιβουλὴ αὐτὴ ἀποσκοποῦσε καὶ εἰς τὸν ἀκρωτηριασμὸν τῆς Πατρίδος μας, μὲ ἀπόσπασι καὶ αὐτονόμησι κυρίως τῆς Μακεδονίας, σταλινικὸ σχέδιον μὲ τὸ ὁποῖον τὸ στασιάσαν Κ.Κ.Ε. εἶχεν ἤδη συμφωνήσει ἀπὸ τὴν δεκαετία τοῦ 1920. Αὐτὰ βεβαίως δὲν ἐνδιαφέρουν τοὺς Γερμανούς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτά.


Διότι ἡ Νίκη ἐκείνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἔχει καὶ πανανθρωπίνη διάστασι. Ἐὰν τότε ἡ Ἑλλὰς ὑπέκυπτε, καὶ ἐξετείνετο τοιουτοτρόπως ἡ σοβιετικὴ κυριαρχία μέχρι τῆς Μεσογείου, ἡ μὲν γείτων Τουρκία, πάντοτε καιροσκόπος, θὰ ἐνέδιδε, ἡ δὲ λοιπὴ Εὐ­ρώπη, περιδεὴς καὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν ἰσχυρῶν κατὰ τόπους κομμουνιστικῶν κομμάτων, ἀσφαλῶς θὰ ἐσυνθηκολόγει. Ἔτσι καὶ ἡ Δυτικὴ Εὐρώπη θὰ ἐσύρετο ὑπὸ τὸ πέλ­μα τῆς σκοταδιστικῆς σταλινικῆς δουλείας, ἡ Δημοκρατία παντοῦ θὰ κατελύετο ἀνεπανορθώτως καί, συνακολούθως, ἐκ τῶν πραγμάτων θὰ ἀπεκλείετο καὶ ἡ, ἐκ τῆς ὑπάρξεως ἀκριβῶς τῆς ἐλευθέρας Εὐρώπης, σημειωθεῖσα μετὰ 40ετίαν ἐξέλιξις, ἡ ὁποία ὡδήγησεν εἰς τὴν κατάρρευσιν παντοῦ εἰς τὴν Εὐρώπην τοῦ σοβιετικοῦ συστήματος. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀναμφισβήτητα ἱστορικὰ δεδομένα, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς μὲ ἐλεύθερον πνεῦμα καὶ τιμίαν συνείδησιν δικαιοῦται νὰ διαστρέφῃ ἢ ἀγνοῇ.

Ὥστε καὶ μὲ τὴν ἐναντίον τῆς ξενοκινήτου στάσεως νίκην, ποὺ κατήγαγον, μὲ τὴν ὑλικὴν μόνον βοήθειαν τῶν συμμάχων μας, μὲ τοὺς ἀγῶνες, τὶς θυσίες καὶ τὸ αἷμα των, μόνα των, τὰ παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος οὐσιαστικῶς διέσωσαν καὶ πάλιν, ὅπως ἐπανει­λημμένως κατὰ τὴν διαδρομὴν τῶν αἰώνων, ἐκτὸς τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος καὶ τὸν ἀν­θρώπινον πολιτισμόν.

Αὐτὰ δὲν πρέπει καὶ οἱ Γερμανοὶ νὰ λησμονοῦν…. Ἂς παύσουν λοιπὸν οἱ ὑβρίζοντες νὰ χλευάζουν τὸν ἑλληνικὸν λαὸν γιὰ τὶς θυσίες καὶ τὸν ἀγῶνα του ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τέλους διεξήχθη ὑπὲρ καὶ τῆς ἰδικῆς των ὑπάρξεως καὶ ἐλευθερίας9.


Ἡ αὐτοκριτικὴ τῶν Γερμανῶν

Οἱ ὕβρεις εἶναι σὲ κάθε περίπτωσι ἀπαράδεκτες. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἀπαξιωτικὲς κρίσεις, ὅταν μάλιστα ἀναφέρωνται σὲ ἐθνικὲς κοινότητες, ποὺ πρωταγωνίσθηκαν στὸν παγκόσμιο πολιτισμό, ὅπως ἡ ἑλληνική, συγχωροῦνται μόνον ὅταν εἶναι νηφάλιες καὶ βασίμως τεκμηριωμένες. Καὶ θὰ πρέπει πρὸς τοῦτο οἱ κρίνοντες νὰ ἀτενίζουν προηγουμένως ἐλεγκτικῶς τὴν συμπεριφορὰ τῆς ἰδικῆς των ἐθνικῆς κοινότητος, αὐτῆς εἰς τὴν ὁποίαν οἱ ἴδιοι ἀνήκουν. Μόνον ὅταν αὐτὴ εἶναι ἀνεπίληπτη, νομιμοποιοῦνται στὶς ὅποιες περὶ ἄλλων ἐκτιμήσεις των.

Διὰ λόγους ἁβρότητος καὶ τὰ ὅσα προσέφερε καὶ προσφέρει τώρα ἡ Γερμανία στὸν ἀνθρώπινο πολιτισμό, δὲν πρόκειται νὰ ἀρθρώσω ἐδῶ προσωπικὲς κρίσεις γιὰ τοὺς Γερμανοὺς καὶ τὸν χαρακτῆρα των. Εἶναι μάλιστα καὶ περιττό. Πρωτίστως, διότι οἱ ἴδιοι αὐτοπροσδιορίζονται ἀπὸ τὶς πράξεις των, ἀπὸ τὶς ὁποῖες μερικὲς ἐξετέθησαν ἀνωτέρω. Ἀλλὰ καὶ διότι ἀρκοῦν χαρακτηρισμοὶ γιὰ τὴν ἐθνική των κοινότητα ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς Γερμανούς, ἐξέχουσες, παγκοσμίου ἀναγνωρίσεως πνευματικὲς μορφές των.

Περιορίζομαι, ὄχι μὲ εὐχαρίστησιν, εἰς δύο ἐξ αὐτῶν, τὸν Γκαῖτε καὶ τὸν Σοπενχάουερ.

(α) Ὁ Γιόχαν Βόλφγκανγκ φὸν ΓΚΑΙΤΕ (1749-1832), ὅπως κατέγραψεν ὁ γραμματεύς του Ἰωάννης-Πέτρος ΕΚΚΕΡΜΑΝΝ (1772-1854) εἰς τὸ γνωστότατον ἔργον του «Συνομιλίες Ἔκκερμανν καὶ Γκαῖτε » (3 τόμοι, 1836-1848), ἐτόνισε, κατὰ λέξιν: «Δὲν χρονολογούμαστε παρὰ μόλις ἀπὸ χθές. Εἶναι βέβαια ἀναμφίβολο ὅτι ἀρκετὰ ἐξελιχθήκαμε ἐδῶ καὶ μισὸν αἰῶνα. Θὰ χρειασθοῦν ὅμως νὰ περάσουν σχεδὸν δύο ἑκατοντάδες χρόνια ἀκόμα, πρὶν τὸ πνεῦμα καὶ ἡ διανοητική μας πρό­οδος εἰσδύσουν καὶ γενικευτοῦν ἀρκετὰ στοὺς συμπατριῶτες μας, γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ δώσουν στὴν ὀμορφιὰ μιὰν ἀξία ὅμοια μ’ αὐτήν ποὺ ἔδωσαν οἱ Ἕλληνες, γιὰ νὰ γεμίσῃ τὴν ψυχή τους μ’ ἐνθουσιασμὸν ἕνα ὡραῖο τραγοῦδι, γιὰ νὰ μπορέσῃ στὸ τέλος νὰ πεῖ κανένας γι’ αὐτούς : “τὸν καιρὸ ποὺ ἦταν βάρβα­ροι”...». Ἐπίσης, ὅτι: « Κάθε τι στὸν τόπο μας συμβάλλει στὴν πειθάρχησι τῶν ἀγαπημένων μας παιδιῶν ἀπὸ τὴν μικρή τους ἀκόμα ἡλικία καὶ στὴν ἀφαίρεσι κάθε φυσικοῦ, κάθε πηγαιότητος· ἔτσι στὸ τέλος δὲν μένει τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον ὁ Φιλισταῖος... Οἱ Γερμανοὶ δὲν μποροῦν νὰ γιατρευτοῦν ἀπὸ τὰ φιλισταιϊκά γοῦστα τους». Καὶ ἀκόμη, ὅτι: «Πολλὲς φορὲς ἔννοιωσα ἕναν πόνο βαθὺ σκεπτόμενος τὸ γερμανικὸν ἔθνος, πού, ἐνῷ εἶναι ἄξιο τιμῆς, ὅταν πέρνουμε τὰ ἄτομά του ἕνα ἕνα, εἶναι τόσο ἄθλιο στὸ σύνολό του. Ἡ σύγκρισι τοῦ γερμανικοῦ λαοῦ μὲ τοὺς ἄλλους λαοὺς προκαλεῖ ὀδυνηρὰ αἰσθήματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα προσπάθησα νὰ ξεφύγω μὲ κάθε δυνατὸ τρόπο». Κλπ. κλπ.


β) Ὁ Ἀρθοῦρος ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ (1788-1860), ἐκτὸς σωρείας ἀπαξιωτικῶν γιὰ τοὺς συμπατριῶτες του κρίσεων εἰς τὰ ἔργα του «Σκέψεις» καὶ «Πάρεργα καὶ πα­ραλειπόμενα», ὅτι «ὁ ἀληθινὸς ἐθνικὸς χαρακτῆρας τῶν Γερμανῶν εἶναι ἡ βρα­δύνοια», ὅτι «εἶναι ἠλίθιοι καὶ ἀνιαροὶ σὰν τὶς σκούφιες ποὺ φορᾶμε τὴν νύχτα» κ.λπ. κ.λπ., προῆλθεν εἰς τὸ ἔργον του Memorabilien καὶ εἰς τὴν ἀκόλουθη φοβερὴ ἐξομολόγησι: «Προβλέποντας τὸν θάνατό μου, σᾶς κάνω τούτη τὴν ἐξομολόγησι, ὅτι περιφρονῶ τὸ γερμανικὸν ἔθνος ἐξ αἰτίας τῆς ἀνοησίας του, ποὺ δὲν ἔχει ὅρια, καὶ ὅτι κοκκινίζω ἀπὸ ἐντροπὴ γιατὶ ἀνήκω σ’ αὐτό»10.


Τὸ ἀνομολόγητον ὑπόβαθρον
τῶν γερμανικῶν ὕβρεων


Ἁρκεῖ ἡ ὑπόμνησις εἰς τοὺς Γερμανοὺς αὐτῶν τῶν ὀλίγων αὐτοχαρακτηρισμῶν των ἀντὶ ἀνεπιτρέπτου, γιὰ τὸ ἑλληνικὸν ἦθος, ἀνταλλαγῆς ὕβρεων.

Οἱ γερμανικὲς ὅμως ὕβρεις εἶναι καὶ ἐκ τοῦ περιεχομένου των ἀποκαλυπτικές. Ἡ λαϊκὴ σοφία μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι κατὰ κανόνα «φωνάζει ὁ κλέφτης, γιὰ νὰ φύγῃ ὁ νοικοκύρης». Καὶ οἱ κλέφτες στὸν σύγχρονο κόσμο ἐνεργοῦν ἐνωρχηστρωμένως καὶ συστηματικῶς μὲ κύριον ὄργανο τὴν ἀσύστολη προπαγάνδα, τὴν ὁποία καὶ διαχέουν ποταμηδὸν μὲ θλιβερὰ ἐνεργούμενά των τὰ Μ.Μ.Ε. Ἔτσι, ὅταν ὁ ἐλευθέρως σκεπτόμενος πολίτης ἀποτολμήσῃ νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ ἀρθρώσῃ τεκμηριωμένως ὅτι ἀντιμετωπίζομεν ὡς χώρα καὶ ἐθνικὴ κοινότης σχεδιασμένην καὶ ὠργανωμένην συνωμοσίαν, ἀρχίζουν αὐτοστιγμεὶ τὰ ἐνεργούμενα τῆς παραπληροφορήσεως ἐξάψαλμον ἐναντίον τῆς «συνωμοσιολογίας», μὲ ἐθελόμενο τὴν διανοητικὴ τοῦ λαοῦ συσκότισι διὰ χλευασμοῦ τοῦ ὁμιλοῦντος καὶ ἐγκαταλείψεως ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἐνοχλητικοῦ γιὰ τοὺς συνωμότες ἀντιλόγου. Εἶναι ἡ ἀλάνθαστη τακτικὴ τῶν συνωμοτῶν.

Εἰς τὴν προκειμένη περίπτωσιν ἐτονίσθη ἤδη εὐρύτατα ἀπὸ ἄλλους, ὅτι ἡ ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ χυδαία γερμανικὴ ἰδίως μὲ ὕβρεις ἐπίθεσις ὀφείλεται εἰς λόγους ἀνταγωνισμοῦ δολλαρίου καὶ εὐρώ. Ἡ ἀξία τοῦ πρώτου ὑπεβιβάζετο βαθμιαίως ἔναντι τοῦ δευτέρου, καὶ ἔτσι ἀντιμετωπίζετο ὡς ζήτημα χρόνου ἡ ἀπώ­λεια τῆς παγκοσμίου πρωτοκαθεδρίας του, πρὸς ὄφελος ἀκριβῶς τοῦ δευτέρου. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ πληγῇ ἀποτελεσματικῶς τὸ εὐρώ μὲ ἀποφασιστικὸ κλονισμό, ὁ ὁποῖος καὶ ἀνεζητήθη, νὰ πραγματοποιηθῇ μὲ ἐκμετάλλευσι τῆς ὄντως δυσχερεστάτης δημοσιονομικῆς καταστάσεως μικρῆς χώρας ποὺ μετέχει στὴν Εὐρωζώνη, τῆς Ἑλλάδος, μὲ τὴν μέθοδο τῆς ὀργανώσεως ἀποπνικτικῶν συνθηκῶν, κυριολεκτικῶς ἀδυναμίας, ἔξω­θεν δανεισμοῦ, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ἀναπο­φεύκτως ἡ οἰκονομική της κατάρρευσις καὶ συνηρτημένως ἡ κατάρρευσις τῆς Εὐρωπαϊκῆς νομισματικῆς Ἑνώσεως, δηλαδὴ τοῦ εὐρώ. Αὐτά, θεωρητικῶς ἀντιληπτά, δὲν γνωρίζω, ἐὰν καὶ πράγματι ἀποτυπώνουν καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασί των τὴν ἀλήθεια τῶν πραγμάτων.

Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προσωπικῶς διαβλέπω εἶναι καὶ κάτι βαθύτερον. Τὸ ὁποῖον καὶ ὑφέρπει ρητῶς εἰς αὐτὲς τὶς γερμανικὲς ­ὕβρεις. Μεταξὺ αὐτῶν, κατὰ διακινηθεῖσα στὸ διαδίκτυο πληροφορία —τὴν βασιμότητα ὅμως τῆς ὁποίας δὲν ἠμπόρεσα νὰ ἐξακρι­βώσω— εἶναι καὶ χλευασμὸς γιὰ τὴν ἑλληνική μας γλῶσσα καὶ προτροπή νὰ ἐγκαταλείψουμε ὁλοσχερῶς τὴν διδασκαλία στὰ Ἑλληνόπουλα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς ὡς δῆθεν ἄχρηστης στοὺς καιρούς μας. Ἐὰν ὄντως διετυπώθησαν αὐτά, διερωτῶμαι, τὶ ἀληθινὰ ὑπηρετοῦν καὶ σὲ τὶ ἀποβλέπουν; Ἔχει καμμίαν σχέσιν ἡ διδασκαλία ἢ ὄχι τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσης μὲ τὴν ὅποια δημοσιονομικὴ καὶ οἰκονομικὴ κατάστασι τῆς χώρας, ποὺ ὑποτίθεται ὅτι ἔδωσαν ἀφορ­μὴ στὰ ἐναντίον τῆς Πατρίδος μας δημοσιεύματα; Καὶ οἱ ἑπόμενες τῶν ἀρχικῶν ­ὕβρεων, ἐπίσης ὑβριστικές, ὑποδείξεις τῶν Γερμανῶν, νὰ ἐκποιήσουμε τὴν Ἀκρόπολι, τὴν Κέρκυρα καὶ ἄλλα νησιά μας, προκειμένου μὲ τὸ τίμημά των νὰ ἀνορθώσουμε τὴν ἐθνική μας οἰκονομία, τὶ ἄλλο ἀποτελοῦν ἀπὸ εὐθεῖα παρότρυνσιν ἐγκαταλείψεώς των, ἀποξενώσεώς μας καὶ καταλύσεως τῆς ἐπ’ αὐτῶν ἐθνικῆς μας κυριαρχίας; Μία μόνον ἐξήγησις τῶν γερμανικῶν αὐτῶν παραινέσεων εἶναι δυνατή, μὲ τὸ δεδομένον ὅτι ἡ μὲν ἀποκοπή μας ἀπὸ τὶς γλωσσικές μας ρίζες, τὴν ἀρχαία μας γλῶσσα, στὴν ὁποία διετυπώθησαν τὰ ἀνεπανάληπτα ἀριστουρ­γήματα τοῦ ἀνθρωπίνου λόγου, θὰ συνεπι­φέρῃ ἀναποφεύκτως τὴν διανοητική μας στείρωσι καὶ τὴν ἀπώλεια τῆς πνευματικῆς ἰδιοπροσωπίας τῆς ἐθνικῆς μας κοινότητος· ἡ δὲ ἐκποίησις τμημάτων τοῦ ἐθνικοῦ μας χώρου θὰ σημάνῃ καὶ τὸν ἐδαφικὸν τῆς Πατρίδος μας ἀκρωτηριασμόν, εἰς τὸν ὁποῖον, σημειωτέον, ἀποβλέπει καὶ ἡ ἐκ τοῦ μηδενὸς δημιουργία τοῦ ἐκκρεμοῦντος μὲ τὰ Σκόπια ζητήματος, ἐκτὸς βεβαίως καὶ τοῦ ἐν προκειμένῳ ἐθνικοῦ μας ἀκρωτηριασμοῦ μὲ τὴν λυσσωδῶς ἐπιζητουμένην διεθνῆ ἀναγνώρισιν ὅτι οἱ Μακεδόνες δὲν ἦσαν οὔτε εἶναι Ἕλληνες! Καὶ ἡ ἐξήγησις ὅλων αὐτῶν εἶναι ὅτι τὸ μακροχρονίως σκοπούμενον συνίσταται ἀκριβῶς εἰς τὴν ἐπιδίωξιν ἐξαλείψεως τῆς ἐθνικῆς μας ἀτομικότητος, μεταπτώσεως τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ εἰς ἀγέλην ἀδήλου προελεύσεως, καὶ ἐδαφικοῦ μας ἀκρωτηριασμοῦ, ὡς καὶ εἰς τὸ νὰ μεταβληθοῦμε τελικῶς ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες —μὲ τὴν ὠργανωμένη μάλιστα συστηματικὴ παράνομη εἰσβολήν, κυριολεκτικώτερον ἐπιδρομήν, εἰς τὴν Ἑλλάδα μας καθημερινῶς ἑκατοντάδων ξένων δῆθεν μεταναστῶν— σὲ ξένους εἰς αὐτὸν τὸν τόπον μας.


Τὸ πρόγραμμα τῆς
παγκοσμιοποιήσεως

Εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἐφαρμογὴ στὴν περίπτωσι τῆς Πατρίδος μας τοῦ προγράμματος τῆς ἐπαγγελλομένης νέας διεθνοῦς τάξεως πραγ­μάτων, τῆς λεγομένης παγκοσμιοποιήσεως. Αὐτὴν καταδήλως ὑπηρετοῦν καὶ οἱ ἀνωτέρω γερμανικὲς ὕβρεις.

Τὴν οὐσία τῆς παγκοσμιοποιήσεως ἀνέλυσα κατὰ τὸ παρελθόν, μὲ ἀφορμὴ τὴν βάρβαρη ἀεροπορικὴν ἐπίθεσιν τοῦ Ν.Α.Τ.Ο. ἐναντίον τῆς Σερβίας καὶ τὴν ἐπιδιωχθεῖσαν, καὶ τελικῶς ἐπιτευχθεῖσαν, διάλυσι τῆς Νοτιοσλαβίας, εἰς δημοσιευθὲν ἐκτενές, ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἡ ροδαυγὴ τοῦ νέου Μεσαίωνος» ἀπὸ 22-23/4/1999 ἄρθρον μου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται καὶ εἰς τὴν ἱστοσελίδα μου11. Ἀντὶ ἄλλων, καὶ ὡς κατακλεῖδα τοῦ παρόντος, παραθέτω ἐδῶ τὰ ὅσα γιὰ τὶς ἐπιδιώξεις τῆς παγκοσμιοποιήσεως εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου μου ἐκείνου ἐξέθεσα:

«Ἐπιδιώκεται ἡ ὁλοκληρωτικὴ ἀπο­σύνθεσις τῶν ὑφισταμένων πολιτικῶν κοινωνιῶν, τὰ οὐσιαστικώτερα καὶ εὐγε­νέστερα ἐπιτεύγματα τῶν τελευταίων αἰώνων τοῦ ἀνθρωπίνου πολιτισμοῦ πρέπει νὰ ἐκριζωθοῦν. Τὸ ἐθνικὸν κράτος, ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκει δικαίωσιν ἡ φυσική, καὶ ὄχι ὑπαγορευμένη, κοινωνικὴ ἀλληλεγγύη πρέπει νὰ καταργηθῇ! Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ συστηματική, ἐνωρχηστρωμένη καὶ λυσ­σώδης καταφορὰ κατὰ τοῦ ἔθνους ὡς τοῦ μόνου πράγματι ἐκ τῆς φύσεως θεμελιώ­δους συστατικοῦ καί, ἀπὸ τὰ πανάρχαια ἤδη χρόνια, ἀναντικαταστάτου παράγοντος συμπήξεως πολιτικῆς κοινωνίας. Ἀκριβῶς γιὰ νὰ παύσῃ νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τῶν μελῶν της ἡ ἐξ αὐτῆς τῆς φυσικῆς των ἰδιοσυστασίας αὐθόρμητος, ἐσωτερική, κοινωνικὴ σύμπνοια καὶ ἀλληλεγγύη. Γιὰ νὰ ἀπομείνῃ ὁ ἄνθρωπος μόνος, πνευματικῶς καὶ ψυχικῶς ἐγκαταλελειμμένος, σκέτος ἀριθμὸς αὐτὸς εἰς τὴν ἄμορφη μᾶζα τοῦ περιβάλλοντος συνόλου. ῎Ετσι μονα­χικὸς καὶ ἀδύναμος, ἀπελπισμένος, νὰ εἶναι πιὸ χειραγωγήσιμος ὡς ἀσήμαντη μονάδα μέσα στὸ χάος τῆς μάζης, δε­κτικὸς ἀνετωτέρας ἐκμεταλλεύσεως ἀπὸ τοὺς ἀοράτους ὀλιγαρίθμους μεγιστάνες τῶν πολυεθνικῶν ἑταιρειῶν. ῎Ετσι ἐξη­γεῖται, γιατί, ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω κατατμήσεων, καὶ τὸ Βέλγιον διεσπάσθη σὲ κράτος Βαλλώνων καὶ κράτος Φλαμανδῶν, καὶ ἡ ᾽Ιταλία ὁδηγεῖται σὲ διάσπαση, δια­χωρισμὸ τοῦ βορρᾶ ἀπὸ τὸν νότο, τὸ ἴδιο καὶ ἡ Γαλλία μὲ τὸ αὐτονομιστικὸ κίνημα τῆς Κορσικῆς κ.λπ.

Καὶ ἀντιπροβάλλεται πρὸς παρηγορίαν ἡ ἐπιδιωκομένη οἰκονομική, κυριολεκτικώτερον καταναλωτικὴ εὐμάρεια. Ἀπὸ τὴν ὁποία ὅμως οὐσιαστικῶς ἄλλοι ἐπωφελοῦνται, οἱ καταναλωτὲς εἶναι ἀπλῶς τὰ ἀναλώσιμα σφάγια τοῦ πολυεθνικοῦ κεφαλαίου, τὰ θύματά του».

Καὶ κατέληγα:

«Ἡ ἰδεολογία τῆς “Νέας Ἐποχῆς”, τῶν πολυεθνικῶν ἑταιρειῶν, στὴν τελική της ἐξόρμησι. Ἡ ροδαυγὴ τοῦ νέου Μεσαίωνος ἐν ὄψει... ».
Μὲ ἐπιστέγασμα τὴν προτροπή:

«Τὸ χρέος πρὸς τὴν ἀνθρώπινη φύσι μας ὑπαγορεύει: Ἀντισταθεῖτε!... ». Ἀλλὰ πολιτισμένα. Ὄχι μὲ ὕβρεις. Οὔτε μὲ βία. Κάθε ἄλλη προσθήκη περιττεύει...

Νέα Πεντέλη, 10η Μαρτίου 2010.
www.sartzetakis.gr




ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1 Βλέπε σχετικῶς Νικολάου Β. ΒΛΑΧΟΥ, «Ἱστορία τῶν Κρατῶν τῆς Χερσονήσου τοῦ Αἵμου», τόμος Α΄, 1954, σελ. 25 ἑπ.
2 Βλέπε τὸ βιβλίον «Αἱ βουλγαρικαὶ ὠμότητες ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Μακεδονίᾳ καὶ Θράκῃ. Γεγονότα, ἐκθέσεις, ἔγγραφα, ἐπίσημοι μαρτυρίαι». Ἐν Ἀθήναις, Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1914, σελίδες 352.
3 Ἐξόχως διαφωτιστικὴ εἶναι ἡ εἰς γαλλικὴν γλῶσσαν, ἐκτενὴς ἐκ σελίδων 642 μεγάλου σχήματος, Ἔκθεσις Διασυμμαχικῆς Ἐπιτροπῆς Ἐρεύνης, ὑπὸ τὸν τίτλον «Rapports et enquêtes de la Commission Interalliée sur les violations du Droit des Gens commises en Macédoine Orientale par les Armées Bulgares», Imprimerie et Librairie BERGER- LEVRAULT, Nancy – Paris – Strasbourg, 1919. Ὑπάρχει καὶ πρόσφατη (2008) ἑλληνικὴ μετάφρασις ἀπὸ τὸν Παναγιώτη Ἀμπεριάδη σὲ τρεῖς τόμους, ὑπὸ τὸν τίτλο «Τετράδια Βουλγαρικῆς Κατοχῆς 1916-1918», στὴν ἱστορικῶς πολύτιμη σειρὰ ἐκδόσεων τοῦ ἀξιολόγου Ἱστορικοῦ καὶ Λογοτεχνικοῦ Ἀρχείου Καβάλας.
4 Βλ. ἐπ’ αὐτοῦ τὸ ἐξαίρετον βιβλίον τοῦ Πρέσβεως Κωνσταντίνου Μ. Σακελλαροπούλου, «Ἡ Σκιὰ τῆς Δύσεως, Ἡ Ἱστορία μιᾶς καταστροφῆς», βραβεῖον Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, β΄ ἔκδοσις, 1960, σελ. 16 ὑποσημ. 3.
5 Γιὰ τὰ ἐγκλήματα τῆς τρίτης αὐτῆς, ἐντὸς 32 μόλις ἐτῶν, βουλγαρικῆς κατοχῆς, βλέπε τὸ βιβλίον «Ἡ Μαύρη Βίβλος τῶν βουλγαρικῶν ἐγκλημάτων εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν καὶ Δυτικὴν Θράκην, 1941-1944», Ἔκθεσις τῶν Καθηγητῶν Πανεπιστημίων Ἀθηνῶν – Θεσσαλονίκης. Ἀθῆναι 1945, σελίδες 144 σὺν 74 μὲ φωτογραφίες.
6 Βλέπε ἐπ’ αὐτοῦ Ἀριστοτέλους ΤΑΜΑΣΟΚΛΗ, «Γραμματικὴ καὶ Συντακτικὸν τῆς Γερμανικῆς Γλώσσης», Ἀθῆναι, 1960, σελ. η΄ ὑποσημ. 1.
7 Βλέπε σχετικῶς τὸ τεκμηριωμένο βιβλίον Κωνσταντίνου ΚΩΤΣΑΒΕΛΗ, «Ἑλληνοφιλία τῶν Βαυαρῶν, Ὄθων Α΄, Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος», Μόναχον, 2007.
8 Βλέπε σχετικῶς τὰ μὲ σημαντικὴν τεκμηρίωσιν ὡραῖα βιβλία τοῦ ἀειμνήστου Ἀχιλλέως ΚΥΡΟΥ, «Ἡ Ἑλλὰς ἔδωσε τὴν Νίκην», β΄ἔκδοσις, καὶ Ἡ ἀποφασιστικὴ καμπὴ τοῦ πολέμου, ἀμφότερα Ἀθῆναι, 1945 καὶ 1946 ἀντιστοίχως, «Ἀετός».
9 Βλέπε σχετικῶς τὸ δημοσιευθὲν ἀπὸ 25.8.2005 κείμενόν μου «Μνήμη Ἐθνική», καταχωριζόμενον καὶ στὴν ἱστοσελίδα μου www.sartzetakis.gr, Μέρος Β’ Προσανατολισμοί.
10 Βλέπε τὰ ἀνωτέρω παραθέματα, ὡς καὶ ἄλλων ἐπιφανῶν Γερμανῶν, εἰς τὸ λογοτεχνικὸ περιοδικὸ τῆς Θεσσαλονίκης «Μακεδονικὰ Γράμματα», τεῦχος Νοεμβρίου 1945, σελ. 6-7.
11 www.sartzetakis.gr, Μέρος Γ΄, Θέσεις καὶ Ἀπόψεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πρόσφατα δημοσιευμένα άρθρα