«Ὅσοι ἀπομείναμε πιστοὶ στὴν παράδοση, ὅσοι δὲν ἀρνηθήκαμε τὸ γάλα ποὺ βυζάξαμε, ἀγωνιζόμαστε, ἄλλος ἐδῶ, ἄλλος ἐκεῖ, καταπάνω στὴν ψευτιά. Καταπάνω σ᾿ αὐτοὺς ποὺ θέλουνε την Ἑλλάδα ἕνα κουφάρι χωρὶς ψυχή, ἕνα λουλούδι χωρὶς μυρουδιά.» Φώτης Κόντογλου - Παράδοση

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

Ο καλύτερος φίλος του Πακιστανού.

Φαήλος Μ. Κρανιδιώτης

Οι Τούρκοι δεν έχουν ξεχάσει. Κάτι πάνκηδες αρβανίτες, τα μαλλιά ξυρισμένα γύρω –γύρω και στην κορυφή μακριά για ν’ ανεμίζουν στη γιούργια με το γιαταγάνι, μαζί με μανιάτες κι άλλους τρελλούς ρωμιούς απ’ όλα τα μέρη του Έθνους ξεκινήσανε την διάλυση του οθωμανικού «πολυπολιτισμικού» παραδείσου.

Επί έναν αιώνα τους πηγαίναμε με το σπαθί και το ντουφέκι, τους σπρώχναμε πίσω στην Ασία. Ήμασταν τολμηροί, απρόβλεπτοι, είχαμε την πρωτοβουλία. Ακόμη κι όταν ήμασταν δυο πιθαμές κράτος, ένοπλα σώματα μπαινοβγαίνανε και ξεφτιλίζανε τον Πατισάχ και τα ταγκαλάκια του, εκστρατεύανε στην Κρήτη με σκυλοπνίχτες ή αλωνίζανε στα βάθη της Μακεδονίας. Οσμιζόμασταν την αδυναμία τους. Έτσι μια μέρα βρεθήκανε με τρόμο να πολεμάνε για να σώσουν την Άγκυρα. Ο παππούς μου στο Κάλε Γκρότο έβλεπε την πρωτεύουσα της Ανατολίας ν’ αχνοφέγγει στον ορίζοντα. Ακόμη κι όταν ο Στρατός μας κατέρρευσε αήττητος, στα χρόνια που ακολούθησαν, οι Τούρκοι διατήρησαν τον αταβιστικό φόβο για τον δαιμόνιο Έλληνα.
Για δεκαετίες κλείστηκαν στον εαυτό τους χτίζοντας το πρωτοφασιστικό κράτος τους κι ο φόβος τους βάθυνε όταν αυτοί, ως επιτήδειοι ουδέτεροι, έβλεπαν έκπληκτοι την Ελλάδα δεκαοκτώ μόλις χρόνια από την τρομερή καταστροφή να ξεφτιλίζει την Ιταλία. Έτσι το δέος τους για τον σεϊτάν Γιουνάν μεγάλωσε. Το σύμπλεγμα τους βάθυνε κι άλλο, όταν στην Κορέα οι Έλληνες διακρίνονταν, ενώ οι Τούρκοι χαρακτηρίζονταν σε αναφορές “a disgrace for the alliance” (όνειδος για τη Συμμαχία), αφού ο μεγαλύτερος άθλος τους ήταν να επιτεθούν κατά λάθος σε μια υποχωρούσα διαλυμένη νοτιοκορεατική μεραρχία και να την αποτελειώσουν. Ακόμη καμμιά φορά οι καπεταναίοι τους χάνονται στα νατοϊκά γυμνάσια.
Στην Κύπρο, αφού στην αρχή μας παρακολούθησαν αμήχανοι να αγωνιζόμαστε για την Ένωση, μετά
γίνανε οι ρουφιάνοι των Άγγλων. Στον ανταγωνισμό τους μαζί μας βρέθηκαν πάλι περιδεείς, όταν ο Γέρος είχε τα κότσια να στείλει την Μεραρχία κι ο συλληφθείς Ντενκτάς, που κάποιος ανόητος του χάρισε τη ζωή αντί να τον στείλει να τρώει πιλάφια στον Παράδεισο, καταπτοημένος θεωρούσε την Ένωση ζήτημα ημερών. Αν δεν υπήρχε η αχαλίνωτη φιλοδοξία του Μακαρίου κι ο τυχοδιωκτισμός του Ανδρέα, όλα θα ‘χαν τελειώσει τότε. Μετά χρειάστηκε να γίνει Χούντα για ν’ απογυμνώσουν οι επίορκοι την Κύπρο και ν’ ανοίξουν δρόμο στον «Αττίλα» με το οπερετικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου.
Ακόμη και τότε οι Τούρκοι βγήκαν στο γυαλό τρέμοντας, διστακτικά, παρά τις αγγλοαμερικανικές πλάτες. Δεν πίστευαν ότι δεν υπήρχε ΚΑΝΕΙΣ απέναντι τους. Μια φήμη μόνο για νηοπομπή με
εκστρατευτικό σώμα από την Ελλάδα άρκεσε για να αλληλοσφαγούν ανοιχτά της Κύπρου και το αντιτορπιλικό Κοτζάτεπε να πάει στο πάτο από τους τούρκους πιλότους, που στις κραυγές του ασυρματιστή ότι είναι τουρκικό πλοίο, σχολιάζανε: «κοίτα τι ωραία που μιλάει τα τούρκικα ο γκιαούρης»!
Παρά την πουλημένη ηγεσία και τις προδοτικές εντολές, όπου στάθηκαν οι ηγήτορες, οι Τούρκοι καθηλώθηκαν κι εξευτελίστηκαν. Η θρυλική ΕΛΔΥΚ δυο φορές τους ανέτρεψε στο Κιόνελι. Στον Κοτζάκαγια ο Κατσάνης με τους Καταδρομείς του πέρναγε στην Αθανασία. Ο Παπαμελετίου με την Α’ Μοίρα πετώντας με τα Νοράτλας από το Μάλεμε, νύχτα, στον αφρό του κύματος, κατέβηκε κατευθείαν στη φωτιά κι οι άντρες του από τα βαλλόμενα μεταγωγικά έτρεχαν στην περίμετρο του αεροδρομίου Λευκωσίας και στη μάχη. Ο Μπικάκης στη Σχολή Γρηγορίου εξοντώνει ΜΟΝΟΣ του με το ΠΑΟ έξι τουρκικά άρματα και ανατρέπει την προέλαση των Τούρκων. Τα βρεγμένα μεχμετζίκ βρέθηκαν παγιδευμένα σ’ ένα ασφυκτικό προγεφύρωμα κι ο Μπιράντ γράφει για τον πανικό της ηγεσίας τους. Μια γερή σπρωξιά αρκούσε, όμως σώθηκαν από την κατάπαυση του πυρός κι έτσι αναθάρρησαν κι ενισχύθηκαν για να κάνουν τον 2ο Αττίλα, ενώ η Αθήνα ξεδιάντροπα πανηγύριζε κι η παλλινοστήσασα εξ Εσπερίας ηγεσία δήλωνε πως «η Κύπρος είναι μακριά». Ακόμη και τότε δυο μέρες έκαναν να μπουν στο λιμάνι της Αμμοχώστου, γιατί ένας τρελλός μ’ ένα πολυβόλο πίσω από κάτι σακκιά με άμμο έριχνε ανά μια ώρα μια ριπή στο γάμο του Καραγκιόζη.
Επικράτησαν ανέλπιστα, νόμιζαν ότι ονειρεύονταν. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι η Ελλάδα δεν πολέμησε. Ύστερα μπήκαμε στην μεγάλη κατηφόρα μαζεύοντας κωλόχαρτα του ΟΗΕ.
Οι Τούρκοι τώρα μυρίζουν την αδυναμία μας, όπως ο λύκος το αίμα. Μας παρακολουθούν να αποδομούμε την ταυτότητα μας, να κάνουμε κάθε μέρα ένα βήμα πίσω. Βλέπουν τον πάλαι ποτέ δαιμόνιο Έλληνα αδύναμο, διστακτικό. Δεν νοιώθουν πια φόβο. Βλέπουν διάφορα ανθρωπάκια να τους λένε αστεία πράγματα, οσποδάρους της Υψηλής Πύλης, που μιλάνε μαζί τους διστακτικά, περιδεείς. Αλλάξαμε ρόλους.
Όμως ο φόβος τους κοιμάται. Πρέπει να τον ξυπνήσουμε με μια κλωτσιά. Διακηρύσσοντας στην Ευρώπη ότι η Τουρκία δεν έχει συμμορφωθεί με καμμιά από τις υποχρεώσεις της, ότι εξάγει ανασφάλεια στον ευρωπαϊκό χώρο, ότι είναι κράτος δουλέμπορος, ότι δεν έχει θέση στην Ένωση. Να επιδιώξουμε κυρώσεις. Να τους κόψουμε τα φράγκα. Να δημιουργήσουμε Ισχύ. Κυρίως όμως να εκπέμψουμε το μήνυμα ότι αυτή την Ισχύ θα την χρησιμοποιήσουμε σε όλα τα πεδία. Αυτό, βέβαια, θέλει Ηγεσία και ευτυχώς φαίνεται ότι σε λίγο θα έχουμε, αφού απέλθει ο καλύτερος φίλος του Πακιστανού…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πρόσφατα δημοσιευμένα άρθρα